-
Πνεύμων 2011, 24(3):217-220Άρθρο Σύνταξης
-
Πνεύμων 2011, 24(3):224-226Άρθρο Σύνταξης
-
Πνεύμων 2011, 24(3):230-231Άρθρο Σύνταξης
-
Πνεύμων 2011, 24(3):235-247συγγενείς βρογχεκτασίες, κυστική ίνωση, πρωτοπαθής δυσκινησία των κροσσών-σύνδρομο Kartagener, σύνδρομο Young, πρωτοπαθής ανοσοανεπάρκεια, ανεπάρκεια α1-αντιθρυψίνης, σύνδρομο Williams-Campbell, σύνδρομο Mounier-Kuhn, βρογχική ατρησία, ενδοπνευμονικό απόλυμα, σύνδρομο κίτρινων ονύχωνΠερiληψη. Οι βρογχεκτασίες ορίζονται ως η παθολογική μη αναστρέψιμη διάταση των χόνδρινων αεραγωγών στο πλαίσιο επαναλαμβανόμενων κύκλων φλεγμονής και λοίμωξης. Πολλά πνευμονικά σύνδρομα και συστηματικά νοσήματα έχουν περιγραφεί με αναπόσπαστο χαρακτηριστικό τις βρογχεκτασίες. Σε αντίθεση με την παλαιότερη πεποίθηση ότι αποτελούν μία «ορφανή νόσο», φαίνεται ότι υποδιαγιγνώσκονται κυρίως στην παιδική ηλικία και νέοι συσχετισμοί συνεχίζουν να περιγράφονται. Η εισαγωγή της αξονικής τομογραφίας υψηλής ευκρίνειας έχει αναδείξει τις βρογχεκτασίες ως σημαντική αιτία αναπνευστικής νόσου που προδιαθέτει σε πρώιμη θνησιμότητα. Αυτή η από μακρόν παραμελημένη νόσος πρέπει να λάβει μεγαλύτερης ερευνητικής προσοχής ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την αιτιολογία, την παθογένεια και την πολυδιάστατη θεραπεία της. Πνεύμων 2011, 24(3):235-247.
-
Πνεύμων 2011, 24(3):263-270Περiληψη. Τα σύνδρομα εισρόφησης μπορεί να διευκολύνουν τον αποικισμό του κατώτερου αναπνευστικού με παθογόνα βακτήρια και να προδιαθέτουν στην ανάπτυξη υποτροπιαζουσών λοιμώξεων του πνεύμονα, χρόνιας πυώδους βρογχίτιδας και βρογχεκτασιών. Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί πολύ σημαντικά βήματα στην κατανόηση της φυσιολογίας της κατάποσης, των μηχανισμών που διέπουν την παλινδρόμηση γαστρικού περιεχομένου, όπως και των προστατευτικών μηχανισμών του ανώτερου αναπνευστικού που αποτρέπουν την εισρόφηση. Ωστόσο, η διάγνωση της εισρόφησης και ειδικά η συσχέτισή της με τα αναπνευστικά συμπτώματα, παραμένει πρόκληση τόσο για τον θεράποντα, όσο και για τον ερευνητή κλινικό. Δεν υπάρχει εργαστηριακή εξέταση που να θέτει με βεβαιότητα τη διάγνωση της πνευμονοπάθειας από εισρόφηση. Ως εκ τούτου, η διαγνωστική προσέγγιση παραμένει κατά κύριο λόγο κλινική και η εργαστηριακή διερεύνηση ενισχύει ή αποδυναμώνει την κλινική υποψία. Πνεύμων 2011, 24(3):263-270.
-
Πνεύμων 2011, 24(3):280-285Περiληψη. Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας, είναι μια νόσος που δεν είναι πλήρως αναστρέψιμη με τη θεραπεία, ενώ παράλληλα είναι εξελικτική. Ένας από τους κύριους στόχους της θεραπείας της νόσου είναι να βελτιστοποιηθεί το επίπεδο υγείας του ασθενούς σε σχέση με τη βαρύτητα της νόσου. Ωστόσο, σε ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών δεν επιτυγχάνεται το ιδανικό αποτέλεσμα με τη θεραπεία. Είναι γνωστό, πως οι ασθενείς με ΧΑΠ τείνουν να υποεκτιμούν/υποβαθμίζουν τη συνολική επιβάρυνση της υγείας τους από τη νόσο και πόσο αυτή επηρεάζει τη ζωή τους, συχνά μεταφέροντας στους ιατρούς τους μια πλασματική εικόνα της κατάστασης της υγείας τους. Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί έμφαση στην αναγκαιότητα δημιουργίας εργαλείων που να χρησιμοποιούνται από τον ίδιο τον ασθενή και να καταγράφουν/αξιολογούν την επίπτωση της ΧΑΠ στη ζωή τους, ενώ θα μπορούν να αξιολογούνται και σε συνδυασμό με τις μετρήσεις της πνευμονικής λειτουργικότητας. Κάτι τέτοιο, θα διευκόλυνε την επικοινωνία γιατρού-ασθενούς σε σχέση με την επίπτωση της ΧΑΠ στην υγεία του ασθενούς και θα υπαγόρευε σε πιο σωστή βάση, τις προτεραιότητες στην αντιμετώπιση του κάθε ασθενούς με ΧΑΠ ξεχωριστά. Με βάση την παραπάνω λογική, σχεδιάστηκε το ερωτηματολόγιο CAT. Το ερωτηματολόγιο CAT αναμένεται να διευκολύνει την επικοινωνία γιατρού-ασθενούς σε σχέση με το μέγεθος της επίδρασης της ΧΑΠ στην υγεία του ασθενούς. Αυτό θα βάλει σε μια σωστότερη βάση τις προτεραιότητες στην αντιμετώπιση του κάθε ασθενούς με ΧΑΠ ξεχωριστά, εξιδανικεύοντας το αποτέλεσμα των θεραπευτικών παρεμβάσεων μιας νόσου με συστηματικές εκδηλώσεις, όπως είναι η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. H ανάπτυξη και αξιολόγηση του CAT στη ΧΑΠ έχει υποστηριχτεί από την φαρμακευτική εταιρεία GlaxoSmithKline. Πνεύμων 2011, 24(3):280-285.
-
Πνεύμων 2011, 24(3):292Εικόνες στην Πνευμονολογία
-
Πνεύμων 2011, 24(3):294Εικόνες στην Πνευμονολογία
-
Πνεύμων 2011, 24(3):296Εικόνες στην Πνευμονολογία
-
Πνεύμων 2011, 24(3):298Εικόνες στη Χειρουργική του Θώρακος
-
Πνεύμων 2011, 24(3):300-305
Περiληψη. Το σοβαρό άσθμα είναι μια ετερογενής νόσος. Αν και οι γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που εμπλέκονται στην εγκατάστασή του δεν είναι πλήρως κατανοητοί, φαίνεται πως το παθοφυσιολογικό υπόστρωμα του σοβαρού άσθματος είναι τόσο ατοπικό, όσο και μη ατοπικό. Συνήθως, στους αεραγωγούς των ασθενών με σοβαρό άσθμα υπάρχουν ενεργοποιημένα φλεγμονώδη κύτταρα, τα οποία επιμένουν παρά τη φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, ο ρόλος τους στον έλεγχο και στη βαρύτητα της νόσου δεν είναι απολύτως γνωστός. Ιστολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι οι μισοί έως και τα δυο τρίτα των ασθενών με σοβαρό άσθμα έχουν επίμονη ηωσινοφιλία στους μεγάλους αεραγωγούς, παρά τη χορήγηση υψηλών δόσεων στεροειδών σε εισπνεόμενη μορφή ή συστηματικά. Το σοβαρό άσθμα μπορεί επίσης να χαρακτηρίζεται και από ουδετεροφιλική φλεγμονή, χωρίς όμως να είναι σαφής ο ρόλος των ουδετερόφιλων στη νόσο. Επιπλέον, στους μισούς τουλάχιστον ασθενείς με σοβαρό άσθμα ο τύπος της φλεγμονής είναι αδιευκρίνιστος. Αντίσταση στα στεροειδή μπορεί να υπάρχει σε ποικίλο βαθμό και δεν οφείλεται πάντα στην έλλειψη της δράσης των στεροειδών ή στον τύπο της φλεγμονής των αεραγωγών. Φαίνεται λοιπόν, ότι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εγκατάσταση του σοβαρού άσθματος είναι μάλλον πολυσύνθετοι και η νόσος είναι μάλλον μια μείξη διαφόρων συνδρόμων που σε παθοφυσιολογικό επίπεδο έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά συγχρόνως και ομοιότητες. Η καλύτερη κατανόηση των ανοσολογικών και ιστολογικών φαινοτύπων του σοβαρού άσθματος θα ενισχύσει την ικανότητά μας να αποσαφηνίσουμε τη γενετική βάση αυτών των συνδρόμων και να βελτιώσουμε τις θεραπευτικές μας προσεγγίσεις. Πνεύμων 2011, 24(3):300-305.
-
Πνεύμων 2011, 24(3):314-320Περiληψη. Το άσθμα είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος των αεραγωγών, από την οποία πάσχουν περίπου 155 εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο. Η παθογένεια του είναι πολυπαραγοντική και αποδίδεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ διαφορετικών γονιδίων και περιβαλλοντικής έκθεσης. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να επηρεάσει είτε την ευαισθησία ενός ατόμου στην ανάπτυξη άσθματος είτε τη σοβαρότητα της νόσου. Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι να παρουσιάσει τις πρόσφατες γενετικές προσεγγίσεις στην έκφραση της βαρύτητας του άσθματος. Συγκεκριμένα, εξετάζονται γενετικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες με σοβαρό άσθμα, καθώς και το γενετικό φάσμα της πνευμονικής λειτουργίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη φαρμακογενετική, στην περιβαλλοντική αλληλεπίδραση καθώς και στην επιγενετική. Πνεύμων 2011, 24(3):314-320.


