-
-
περιορισμός της εκπνευστικής ροής, μηχανική της αναπνοής, κάρτα απολαβής δεδομένων, εξαναγκασμένες ταλαντώσεις, διαφορική αντίσταση, αρνητική εκπνευστική πίεση, προσωπικός υπολογιστήςΠΕΡΙΛΗΨΗ: Στην παρούσα εργασία προτείνεται μία νέα τεχνική ανίχνευσης περιορισμού της εκπνευστικής ροής (ΠΕΡ) κατα την διάρκεια πειραματικού μηχανικού αερισμού, που στηρίζεται σε ειδική επεξεργασία των σημάτων της αγωγού πίεσης (Pao), της ροής (V΄) και του όγκου (V) οκτώ διασωληνωμένων κονίκλων. Ο ΠΕΡ προκλήθηκε με εφαρμογή αρνητικής εκπνευστικής πίεσης ή και ενδοφλέβια χορήγηση διαλύματος Ισταμίνης. Η διάγνωση του ΠΕΡ έγινε με: α) Άσκηση πρόσθετης αρνητικής εκπνευστικής πίεσης (ΠΑΕΠ) και β) εφαρμογή εξαναγκασμένων ταλαντώσεων. Επελέξαμε δύο ζεύγη σημείων ίσου εισπνευστικού και εκπνευστικού όγκου, που αντιστοιχούν στο 10% και στο 90% του εκπνεόμενου όγκου (VTexp). Αφού δεν υπάρχει διαφορά όγκου μεταξύ των δύο σημείων κάθε ζεύγους, η καταγραφόμενη διαφορά πίεσης (ΔP) καταναλίσκεται για την ανάπτυξη της αντίστοιχης διαφοράς ροής (ΔV΄). Η συγκριτική αξιολόγηση της διαφορικής αντίστασης (ΔR=ΔP/ΔV΄) με την μορφή του δείκτη: ΔR90%VTexp - ΔR10%VTexp x 100 / ΔR10%VTexp, επέτρεψε την διάγνωση ΠΕΡ με απόλυτη ειδικότητα και ευαισθησία. Αναλυτικότερα, οι παρατηρηθείσες υψηλές τιμές του δείκτη (μέση τιμή: 60.6 ± 9.23), όταν υπάρχει ΠΕΡ αποδίδουν την σημαντική υπεροχή της ΔR90%VT. Αντίθετα, οι χαμηλές τιμές του δείκτη (μέση τιμή 4.5 ± 15.26), όταν δεν υπάρχει ΠΕΡ, εκφράζουν την σχετική σταθερότητα της ΔR σε όλη την διάρκεια της αναπνευστικού κύκλου. Η προτεινόμενη μέθοδος είναι απλή, μη επεμβατική, δεν απαιτεί καμμία μεταβολή των ρυθμίσεων του μηχανικού αερισμού και προσφέρεται για συνεχή παρακολούθηση. Πνεύμων 1999, 12 (2): 84-92
-
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η έκφραση των πρωτεϊνών p53 και p2lWAF-1 μελετήθηκε ανοσοϊστοχημικά σε νεοπλασματικό, προνεοπλασματικό και φυσιολογικό βρογχικό βλεννογόνο 60 ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα για να διερευνηθεί ο ρόλος των αντιστοίχων γονιδίων στην καρκινογένεση. Έκφραση της p53 παρατηρήθηκε στο 43% των όγκων, στο 27.5% των προνεοπλασματικών βλαβών και σε κύτταρα του φυσιολογικού βλεννογόνου, στο 16.7% των ασθενών. Έκφραση της p2lWAF-1 παρατηρήθηκε στο 60% των όγκων, στο 47.5% των προνεοπλασματικών βλαβών και σε κύτταρα του φυσιολογικού βλεννογόνου στο 63% των ασθενών. Οι p53 - θετικές προνεοπλασματικές βλάβες είχαν στατιστικά σημαντική πιθανότητα να συνυπάρχουν με p53 - θετικό όγκο στον ίδιο ασθενή αλλά και οι ασθενείς με p53 - θετικό όγκο ή p53 - θετική προνεοπλασματική βλάβη είχαν στατιστικά σημαντική πιθανότητα να εκφράζουν την πρωτεΐνη σε φυσιολογικό βλεννογόνο. Οι p2lWAF-1 - θετικές προνεοπλασματικές βλάβες είχαν στατιστικά σημαντική πιθανότητα να συνυπάρχουν με p2lWAF-1 θετικό όγκο στον ίδιο ασθενή. Τα ευρήματα αυτά μπορεί να σημαίνουν ότι οι διαταραχές που αφορούν τα γονίδια p53 και WAF-1 είναι πρώιμα φαινόμενα στην πνευμονική καρκινογένεση καθώς επίσης και ότι η έκφραση της p53 θα μπορούσε να αποτελεί δείκτη καρκινογένεσης πεδίου και αυξημένου κινδύνου μετάπτωσης μη νεοπλασματικού επιθηλίου σε καρκίνο. Πνεύμων 1999, 12 (2): 93-103
-
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Μελετήθηκαν τα επίπεδα του ενζύμου Αδενοσινοδεαμινάση (ADA), στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (ΒΚΕ) 102 ασθενών (63 άνδρες και 39 γυναίκες). Πενήντα ασθενείς είχαν πνευμονική Φυματίωση και ταξινομήθηκαν βάση της ακτινολογικής έκτασης της νόσου σε τρείς υποκατηγορίες, 52 ασθενείς είχαν άλλα πνευμονικά νοσήματα (πληθυσμός αναφοράς). Σε όλους τους ασθενείς προσδιορίστηκαν οι τιμές της ADA στον ορό και στο ΒΚΕ. Σε 20 από τους ασθενείς με Φυματίωση έγινε μέτρηση του κυτταρικού πληθυσμού του ΒΚΕ. Οι τιμές της ADA στο ΒΚΕ των ασθενών με Φυματίωση ήταν μεγαλύτερες συγκριτικά με τις άλλες ομάδες ασθενών (p<0,001) εκτός των ασθενών με Σαρκοείδωση (p=0,09) και ήταν μεγαλύτερες όσο εκτενέστερες ήταν οι ακτινολογικές βλάβες (p<0.001). Η ευαισθησία και η ειδικότητα των τιμών της ADA στο ΒΚΕ γιά τη διάγνωση της Φυματίωσης ήταν 80% και 78,6% αντίστοιχα γιά τιμές >1,85 u/lt εφόσον από τον πληθυσμό αναφοράς εξαιρεθούν οι ασθενείς με Σαρκοείδωση. Στο ΒΚΕ των ασθενών με Φυματίωση βρέθηκε αύξηση του ποσοστού των Λεμφοκυττάρων (20,5 % ± 11,6%) και των Ουδετεροφίλων (4,2%±5,6%) και σημαντική αύξηση του λόγου Τ4/Τ8 λεμφοκυττάρων (4,9 ± 2,3). Οι τιμές του λόγου Τ4/Τ8 συσχετίζονταν τόσο με τις τιμές της ADA στο BΚΕ όσο και με τη βαρύτητα της ακτινολογικής εικόνας. Ο προσδιορισμός της ADA στο ΒΚΕ μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο δείκτη γιά τη διαφοροδιάγνωση της Φυματιώσεως με αρνητικά τα άμεσα επιχρίσματα πτυέλων, ειδικά επί εκτεταμένων ακτινολογικών βλαβών. Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πως η μετρούμενη ADA στο ΒΚΕ αποτελεί δείκτη της ανοσολογικής απάντησης του πνεύμονα μετά την προσβολή του από το μυκοβακτηρίδιο της Φυματίωσης. Πνεύμων 1999, 12 (2): 104-116
-
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η δράση της κλαριθρομυκίνης επί της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (ΒΥΑ) σε ασθματικούς ασθενείς. Σαράντα ασθενείς με βρογχικό άσθμα, υπό αγωγή, υπεβλήθησαν σε δοκιμασία προκλήσεως με μεταχολίνη για να εκτιμηθεί η ΒΥΑ. Ακολούθως, σε μία ομάδα 20 ασθενών (12 γυναίκες/8 άνδρες, ηλικίας 42±12 ετών) προσετέθη κλαριθρομυκίνη 250 mg δυο φορές ημερησίως επί 8 εβδομάδες. Οι υπόλοιποι 20 ασθενείς (15 γυναίκες/5 άνδρες, ηλικίας 41±16 ετών) απετέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Σε μια υποομάδα ασθενών, που χορηγήθηκε κλαριθρομυκίνη, έγινε προσδιορισμός της κορτιζόλης του ορού. Αποτελέσματα: Η ολική αθροιστική δόση μεταχολίνης που προκαλούσε πτώση της FEV1 κατά 20% (PD20) για τους ασθενείς που έπαιρναν κλαριθρομυκίνη ήταν 0,5887 ± 0,564 πριν από τη λήψη κλαριθρομυκίνης και 1,7194 ± 0,684 στο τέλος της μελέτης (p<0,001). Για τους μάρτυρες, τα επίπεδα της PD20 ήταν 0,436±0,410 προ και 0,3989±0,505 μετά το τέλος της μελέτης (p=ns). Δεν παρατηρήθηκε μεταβολή των επιπέδων κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της μελέτης. Η κλαριθρομυκίνη, χορηγούμενη στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις, μειώνει το βαθμό της ΒΥΑ σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα και ενδεχομένως να συμβάλει στη θεραπεία ιδίως του κορτικοανθιστάμενου βρογχικού άσθματος. Πνεύμων 1999, 12 (2): 117-122
-
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι ανταγωνιστές λευκοτριενίων αποτελούν μια νέα κατηγορία αντιασθματικών φαρμάκων. Οι μελέτες που έχουν δημοσιευτεί μέχρι τώρα, δείχνουν ότι τα φάρμακα αυτά έχουν ήπια αντιφλεγμονώδη και βρογχοδιασταλτική δράση και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην πρόληψη του άσθματος από ασπιρίνη και μετά από άσκηση. Στις τελευταίες θέσεις ομοφωνίας (ΑΤS, 1997 και GΙΝΑ 1998) οι ανταγωνιστές των λευκοτριενϊων συνιστώνται για την αντιμετώπιση του ήπιου και μέτριου άσθματος. Πνεύμων 1999, 12 (2): 123-132
-
βρογχοστένωση, φυματιώδης λαρυγγίτις, ενδοβρογχική φυματίωση, φυματίωση και εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΠΕΡΙΛΗΨΗ: Περιγράφουμε περίπτωση λίαν εκτεταμένης ενδοβρογχικής φυματίωσης με συνοδό φυματιώδη λαρυγγίτιδα σε έδαφος λήψης υψηλών δόσεων εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών. Συζητείται το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της νόσου από τα εισπνεόμενα στεροειδή, οι όψιμες επιπτώσεις της νόσου και η θέση των κορτικοστεροειδών στην αποφυγή των επιπτώσεων αυτών. Πνεύμων 1999, 12 (2): 133-140
-
χειρουργική θεραπεία, συγγενής, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, κυστικός, πνεύμονας, αδενοματοειδής δυσπλασίαΠΕΡΙΛΗΨΗ: Παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς με ιστορικό συχνών λοιμώξεων του αναπνευστικού από τη νεογνική ηλικία. Η ακτινογραφία του θώρακα κατά την παιδική ηλικία όπως και κατά την τελευταία εισαγωγή του στην κλινική για χειρουργική θεραπεία έδειχνε σταθερό εύρημα που συνίστατο στην παρουσία σκίασης κατά το δεξιό κάτω λοβό. Με την κλινική διάγνωση του χρονίου αποστήματος του πνεύμονα ο ασθενής υποβλήθηκε σε δεξιά θωρακοτομή και έγινε κάτω λοβεκτομή. Η μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς ήταν ομαλή και η ιστολογική διάγνωση ήταν συγγενής κυστική αδενοματοειδής δυσπλασία του πνεύμονα. Πνεύμων 1999, 12 (2): 141-146
Βρέθηκαν 8 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1


